12 Οκτωβρίου 2014

Η χαμένη χρυσή ευκαιρία της Ελλάδας στην έρευνα

«Εκτός από 20 εκατομμύρια τουρίστες, ας φέρουμε και 2.000 παγκόσμιας κλάσης ερευνητές». Αυτό το κάλεσμα συνοψίζει το πώς βλέπει ο Αλέξανδρος Κρητικός, καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Πότσνταμ και διευθυντής ερευνών στο ινστιτούτο DIW στο Βερολίνο, την πρόκληση για την ελληνική οικονομία στον απόηχο του μνημονίου.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Κρητικό, που βρέθηκε προ ολίγων ημερών στην Ελλάδα για να συμμετάσχει στο TEDxAcademy, τα μέτρα λιτότητας και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο ελληνικό πρόγραμμα δεν αρκούν για να επιστρέψει η ευημερία στη χώρα μας. «Το κόστος εργασίας είναι πλέον από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση» σημειώνει, «αλλά εξακολουθούν να απουσιάζουν οι βάσεις για την παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας».


«Οι βάσεις αυτές» συνεχίζει «συνίστανται στη δημιουργία μιας αλυσίδας καινοτομίας, που αποτελείται από ινστιτούτα βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας στο ίδιο αντικείμενο, που θα πλαισιώνονται από εταιρείες με αντίστοιχα ενδιαφέροντα». Η παρουσία ερευνητών και επιχειρηματιών στον ίδιο χώρο είναι «κρίσιμης σημασίας», λέει ο Ελληνογερμανός οικονομολόγος. «Η καθημερινή ζύμωση γεννά τις νέες ιδέες, και οι ιδέες αυτές μπορούν πιο άμεσα να γίνουν εμπορικά αξιοποιήσιμες», όπως εξηγεί.

Ο καθηγητής Κρητικός, που γεννήθηκε το 1965 στο Μόναχο από Γερμανίδα μητέρα και Ελληνα πατέρα (ο οποίος πήγε στη Γερμανία να σπουδάσει Φυσική και έμεινε), θεωρεί το γερμανικό ερευνητικό δίκτυο ένα καλό πρότυπο για την Ελλάδα. Στη Γερμανία, όπως εξηγεί, υπάρχουν τριών ειδών ινστιτούτα. Τα Max Planck, 80 τον αριθμό ανά τη γερμανική επικράτεια, διεξάγουν βασική έρευνα και χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από το γερμανικό κράτος. Τα Leibniz –άλλα 80 αυτά, μεταξύ των οποίων και το DIW– εστιάζουν στη βασική εφαρμοσμένη έρευνα, και είναι επίσης σχεδόν αποκλειστικά χρηματοδοτούμενα από το κράτος. Στα ινστιτούτα Fraunhofer, 67 τον αριθμό, οι ερευνητές πληρώνονται από επιχειρήσεις για συγκεκριμένα εγχειρήματα – το κράτος καλύπτει μόνο τα έξοδα για την ανέγερση και τη λειτουργία των κτιριακών υποδομών.

Στην Ελλάδα, όπως παρατηρεί ο συνομιλητής της «Κ», παρά το «εξαιρετικά υψηλό επίπεδο των ερευνητών», ο χώρος της έρευνας και αυτός των επιχειρήσεων «έχουν ελάχιστη επαφή». Η χώρα δαπανά 0,69% του ΑΕΠ για Ερευνα και Ανάπτυξη (R&D), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στον ιδιωτικό τομέα είναι μόλις 0,24% (στοιχεία του 2012). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος (Ε.Ε. των «28») R&D προς ΑΕΠ είναι 2,06% (1,3% για τον ιδιωτικό τομέα), ενώ στη Γερμανία είναι 2,92%, στη Σουηδία 3,41% και στη Φινλανδία 3,55% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τη νεότερη έκδοση του Δείκτη Καινοτομίας της Ε.Ε. (2014), η Ελλάδα βρίσκεται στη 19η θέση, στην κατηγορία των χωρών με μέτριες επιδόσεις στην καινοτομία.

Παρόλα αυτά, η Αθήνα πρόσφατα ολιγώρησε και έχασε μία χρυσή ευκαιρία να ενισχύσει το ερευνητικό της δίκτυο. Το Teaming for Excellence, που εντάσσεται στο Horizon 2020 –την πρωτοβουλία της Ε.Ε. για την ενοποίηση και προώθηση της έρευνας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο– είναι ένα πρόγραμμα προϋπολογισμού 250 εκατ. ευρώ με στόχο τη χρηματοδότηση της μετεγκατάστασης κορυφαίων ευρωπαϊκών ερευνητικών ιδρυμάτων και πανεπιστημίων σε χώρες που υποαποδίδουν στην έρευνα και στην καινοτομία. Οι ελληνικές αρχές απείχαν από όλα τα στάδια της διαδικασίας επιλογής των χωρών υποδοχής, με αποτέλεσμα τελικά η Ελλάδα να μείνει εκτός.

Πηγές της Κομισιόν αναφέρουν στην «Κ» ότι η Ελλάδα έχει πολύ καλές επιδόσεις σε μια σειρά από δείκτες που αφορούν την έρευνα και ότι ο αποκλεισμός της είναι συνέπεια αυτών των επιτυχιών. Ωστόσο, το ελληνικό πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στη βασική έρευνα, όσο στην εφαρμογή και στην εμπορική αξιοποίησή της.

«Οι Ελληνες πολιτικοί σκέφτονται μόνο τι άλλo μπορεί να γίνει στα υπάρχοντα ινστιτούτα» σημειώνει ο Δρ Κρητικός. «Δεν έχουν αποφασίσει ότι το δίκτυο των ερευνητικών κέντρων πρέπει να επεκταθεί, όπως έκαναν οι Πολωνοί». Για τον διευθυντή ερευνών του DIW, πρέπει οι ίδιοι οι κλάδοι των καινοτόμων επιχειρήσεων να οργανωθούν σε αποτελεσματικές ομάδες πίεσης που θα ωθήσουν το πολιτικό σύστημα προς τις αναγκαίες πολιτικές. «Οι εταιρείες αυτές πρέπει να συνεργαστούν, να προσλάβουν επαγγελματίες λομπίστες και να παρουσιάσουν μελέτες που θα ποσοτικοποιούν τα οφέλη που θα προκύψουν από τη σωστή κατάρτιση του θεσμικού πλαισίου».

Το 2016/7, όταν η Εσθονία, που, όπως και η Πολωνία, ήδη συμμετέχει στο Teaming for Excellence, θα μας έχει ξεπεράσει σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ, τα κριτήρια επιλεξιμότητας του προγράμματος ενδέχεται να αναθεωρηθούν και η Ελλάδα να έχει ξανά τη δυνατότητα να συμμετάσχει ως χώρα υποδοχής. Θα ενδιαφερθεί αυτή τη φορά;@kathimerini

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Ο καλόπιστος σχολιασμός είναι καλοδεχούμενος.Οι άλλοι να πάτε αλλού....

Google+